Το σοκ από την καταδίκη Λεπέν και οι επιπτώσεις στην Γαλλία και την Ευρώπη

Με τον πολιτικό χρόνο να έχει πυκνώσει μετά τις τελευταίες ευρωεκλογές και την διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, που σήμανε την έναρξη μιας μακράς περιόδου ασταθών ισορροπιών και συνεχών ανακατατάξεων, τίποτα δεν έδειχνε μέχρι χθες ότι θα μπορούσε να ανακοπεί ο καλπασμός της Μαρίν Λε Πεν προς τη νίκη στις προεδρικές εκλογές το 2027.
Του Γιώργου Σεφερτζή (από το KREPORT)
Πολύ δε περισσότερο που τα ευρήματα όλων των δημοσκοπήσεων της έδιναν ένα διαρκώς διευρυνόμενο προβάδισμα έναντι όλων των αντιπάλων της, και αυτά που δημοσιεύτηκαν μόλις το περασμένο σαββατοκύριακο ανέβαζαν τα ποσοστά της στην πρόθεση ψήφου στον πρώτο γύρο πάνω από το 35% -μια επίδοση-ρεκόρ στα γαλλικά πολιτικά χρονικά.
Προς γενική, λοιπόν, κατάπληξη έμελλε να αποδειχτεί ότι όλοι οι προγνωστικοί λογαριασμοί γινόντουσαν χωρίς τον ξενοδόχο. Τα χρέη του είχε εν προκειμένω αναλάβει η Γαλλική Δικαιοσύνη δίκην από μηχανής θεού.
Ενώπιόν της εκκρεμούσαν τα τελευταία χρόνια παλαιότερες υποθέσεις κατάχρησης ευρωπαϊκών χρημάτων που, ενώ προορίζονταν για αμοιβές συνεργατών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, χρησιμοποιήθηκαν τελικά από τα κόμματα για την κάλυψη μισθών στελεχών τους που υπηρετούσαν εντός των εθνικών τειχών.
Παλαιότερα επρόκειτο για συνηθισμένη πρακτική. Όμως μετά την αυστηροποίηση του περί διαφάνειας νομικού πλαισίου, που προωθήθηκε επί Προεδρίας Φρανσουά Ολάντ, η ίδια πρακτική θεωρείται καταχρηστική και ορίστηκε ως αδίκημα που έβαλε σε μπελάδες τις κομματικές ηγεσίες μεταξύ των οποίων βρέθηκε τόσο η Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν, όσο και το Μοντέμ του σημερινού Γάλλου Πρωθυπουργού Φρανσουά Μπαϋρού.
Ενώ όμως αυτοί απηλλάγησαν των κατηγοριών που τους απαγγέλθηκαν, στην περίπτωση της Λε Πεν η Γαλλική Δικαιοσύνη, αιφνιδίασε τους πάντες κάνοντας επίδειξη πολιτικής ανεξαρτησίας. Μόνο που αυτή την φορά η ανεξαρτησία της προκάλεσε πολιτικό σεισμό παγκόσμιων διαστάσεων και άγνωστων λοιπών επιπτώσεων.
Το σίγουρο είναι ότι η καταδικαστική απόφαση που εξέδωσε σε βάρος της ηγέτιδας της γαλλικής Ακροδεξιάς το γαλλικό δικαστήριο, εκτός από ιδιαίτερα αυστηρή και αμφισβητούμενης συνταγματικότητας συνιστά μια άκρως ανατρεπτική εξέλιξη που αναμένεται να αποσταθεροποιήσει έτι περαιτέρω την εύθραυστη εσωτερική κατάσταση της χώρας και να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις που πιθανότατα θα αλλάξουν άρδην τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού όχι μόνον μεταξύ των αντιπάλων παρατάξεων, αλλά και μεταξύ των ηγετικών προσώπων στο εσωτερικό τους.
Διότι, ίσως εμφανιστούν κάποιοι που θα επιδιώξουν να αποσπάσουν την εύνοια των ψηφοφόρων που θα αισθανθούν πολιτικά ορφανοί, αφού εκτός από την ποινή της φυλάκισης 4 ετών – εκ των οποίων τα δυο χωρίς αναστολή – και του προστίμου των 100.000 ευρώ που θα καταβάλει η Λε Πεν, το αδιαμφισβήτητο φαβορί της κούρσας των προεδρικών εκλογών, κινδυνεύει πλέον να τεθεί εκτός μάχης καθώς η σε βάρος της απόφαση είναι άμεσα εκτελεστή: Της στερεί το δικαίωμα να εκλεγεί σε οποιοδήποτε αιρετό αξίωμα τα επόμενα πέντε χρόνια και, ακόμα χειρότερα, της στερεί τη δυνατότητα να κερδίσει ανασταλτικό αποτέλεσμα μέχρι να τελεσιδικήσει η απόφαση.
Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι ο Γάλλος πρωθυπουργός δήλωσε αναστατωμένος με την δικαστική απόφαση, ενώ στον χώρο της ευρύτερης κεντροδεξιάς η αναστάτωση που επικρατεί σχετίζεται άμεσα με το γεγονός ότι το κενό που θα αφήσει πίσω της η Λε Πεν σε περίπτωση που δεν καταφέρει, όπως ελπίζει, να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση έστω και την παραμονή των προεδρικών εκλογών, θα διεκδικήσουν να καλύψουν πολλοί διεκδικητές της πολιτικής της κληρονομιάς.
Εξίσου πολλοί είναι και οι κινούμενοι στον χώρο των κεντρώων πιστών του Προέδρου Μακρόν που ετοιμάζονται να κινηθούν κεντρόφυγα επωφελούμενοι της χαλάρωσης που θα επιφέρει στις τάξεις τους η αποβολή του βασικού φόβητρου των δυνάμεων του δημοκρατικού τόξου, και να διεκδικήσουν ένα περισσότερο αυτόνομο ρόλο. Όσο ο αντίπαλος ήταν ένας, τόσο τα περιθώρια ελιγμών όσων επιθυμούσαν να διατηρήσουν την αυτονομία τους ήταν στενότερα. Υπό το καθεστώς όμως ενός πολυμερούς ανταγωνισμού, τα περιθώρια των ελιγμών τους διευρύνονται και το παιχνίδι των πολιτικών συνδυασμών γίνεται πιο ασταθές και πιο σύνθετο.
Χθες το πρωΐ στην αίθουσα του δικαστηρίου η Μαρίν Λε Πεν αιφνιδιασμένη από την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα άφησε τον θυμό της να ξεχειλίσει και αποχώρησε χωρίς να περιμένει την ολοκλήρωση της ετυμηγορίας των δικαστών.
Το βράδυ στην τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε στην TF1 και την LCI εμφανίστηκε αποφασισμένη να εξαντλήσει μέχρι τέλους κάθε δυνατότητα ένδικης ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης, δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί και να τα παρατήσει. Μάλιστα, η πραγματική είδηση που έδωσε, ήταν η ακύρωση των σεναρίων που την έφεραν να προωθεί τον Ζορντάν Μπαρντελά ως υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας και να επιφυλάσσει για την ίδια την πρωθυπουργική θέση σε περίπτωση νίκης στις Προεδρικές εκλογές του 2027.
Άφησε όμως αναπάντητο το κρίσιμο ερώτημα, πώς θα παλέψει για την ανατροπή της καταδικαστικής απόφασης χωρίς να διακινδυνεύσει ό,τι κέρδισε με την αποδαιμονοποίησή της, χάρη στην οποία πέτυχε να γίνει ο ρυθμιστικός παράγοντας των εξελίξεων και να αποκτήσει προφίλ εθνικού ηγέτη μακράς πνοής.
Σε κάθε περίπτωση, δυο μόλις χρόνια πριν από την τελική αναμέτρηση του 2027 αλλάζει όλο το παιχνίδι με τον κίνδυνο της “τραμποποίησης” της γαλλικής πολιτικής ζωή να αποτελεί πλέον την ιστορικά μεγαλύτερη απειλή που γνώρισε η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία μέχρι σήμερα.
Όταν την ίδρυσε, ο στρατηγός Ντε Γκωλ επαναλάμβανε ότι σε αυτήν το Ανώτατο Δικαστήριό ήταν ο λαός της Γαλλίας. Μόνον αυτός μπορεί να αποφασίσει για την τύχη των ηγετών του. Σήμερα που ο λαός αυτός βρίσκεται προ του φάσματος ενός νέου εθνικού διχασμού, πολλά εκατομμύρια Γάλλοι ίσως να διερωτώνται αν το τεκμήριο της αθωότητας εξακολουθεί να ισχύει στην πατρίδα της Χάρτας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Διότι η στέρηση του δικαιώματος να ασκηθεί έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης με ανασταλτικό αποτέλεσμα αποτελεί παράδοξη και εξόχως πολιτική απόφαση που ισοδυναμεί με αμφισβήτηση του τεκμηρίου της αθωότητας. Και το πράγμα γίνεται ακόμα πιο προβληματικό για την Δημοκρατία, καθώς για πρώτη φορά η Γαλλική Δημοκρατία κάνει την εμφάνισή της στο κλαμπ των ευρωπαϊκών χωρών με την μικρότερη εμπιστοσύνη στην δικαιοσύνη (βλ. σχετική έρευνα του Ευρωβαρόμετρού).
Μένει να δούμε αν η επόμενη πράξη θα είναι την επαύριο των προεδρικών εκλογών με την Λε Πεν, που ήδη κάνει λόγο για εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης, να μιλήσει για «κλεμμένες εκλογές». Δεν αποκλείεται καθόλου, ιδιαίτερα αν μέχρι τότε η Εθνική Συσπείρωση εξακολουθεί να διατηρεί τη σημερινή συνοχή, δυναμική και εκλογική επιρροή της.