Μία (πικρή) αλήθεια πίσω από την …Chevron και το καλώδιο

Τόσο στην περίπτωση των ερευνών σχετικά με το εάν υπάρχουν σημαντικά και αξιοποιήσιμα κοιτάσματα υδρογονανθράκων νοτίως και ανατολικά της Κρήτης, όσο και στην άλλη της πόντισης καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο και το Ισραήλ (Κάσος), η Ελλάδα έχει το διεθνές Δίκαιο με το μέρος της. Σε έναν κόσμο χωρίς επίδοξους επιθετικούς αναθεωρητές των συνθηκών, τα πράγματα θα ήταν ίσως διαφορετικά.
Ορθώς η κυβέρνηση δηλώνει ικανοποιημένη από την εξέλιξη με την εκδήλωση ουσιώδους ενδιαφέροντος από την δεύτερη παγκοσμίως (αμερικανική) εταιρεία Chevron και είναι πολύ θετική για το γεωπολιτικό μας στάτους στη Ν.Α Μεσόγειο η σχετική συμφωνία. Ενισχύει την ελληνική ΑΟΖ στην περιοχή και υπό προϋποθέσεις ακυρώνει κάποια από τα αποτελέσματα που είχε δημιουργήσει το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, περίπου έξι χρόνια από τη συμφωνία της Άγκυρας με το (μεταβατικό) καθεστώς στη Λιβύη.
Ενδιαφέρουσα είναι και η κινητικότητα σχετικά με τη συνέχιση του έργου πόντισης του καλωδίου στο νοτιοανατολικό Αιγαίο (Great Sea Interconnected), καθώς το προηγούμενο διάστημα, και λόγω των προκλήσεων και απαιτήσεων της Τουρκίας, η γαλλική ιδιοκτήτρια εταιρεία του πλοίου που είχε αναλάβει το έργο είχε ουσιαστικά αποχωρήσει.
Οι δύο παραπάνω περιπτώσεις, μείζονος σημασίας για τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή, επιβεβαιώνουν, όμως, ότι το διεθνές Δίκαιο ελάχιστα αποδίδει και πως είναι τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα που αλλάζουν τον ρου των πραγμάτων. Λυπηρό, κυνικό, αλλά αληθές.
Η Chevron, για παράδειγμα, είναι πολύ πιθανό να μην δοκίμαζε την τύχη της στην περιοχή νοτίως της Κρήτης και να βρεθεί αντιμέτωπη με τουρκικά πολεμικά πλοία (όπως έχει συμβεί παλαιότερα και στην Κυπριακή ΑΟΖ), εάν δεν είχαν προηγηθεί επαφές της ιδιοκτησίας της με τους συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ, και εάν ο τελευταίος δεν είχε εξαγγείλει εκείνο το ηχηρό “Drill, baby, drill” κατά την ορκωμοσία του τον Ιανουάριο. Οι ενεργειακοί συσχετισμοί παγκοσμίως και ο εμπορικός-οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ με την Κίνα, αλλά και οι εξελίξεις στην Ουκρανία, ξαναβάζουν στον χάρτη των αμερικανικών προτεραιοτήτως την περιοχή της Ν.Α Μεσογείου.
Η Chevron έρχεται νοτίως της Κρήτης επειδή, κυρίως, της άναψε το “πράσινο φως” ο Αμερικανός πρόεδρος, επειδή όλα αυτά εντάσσονται στη νέα στρατηγική των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι το διεθνές Δίκαιο το… επιτρέπει, είναι ενισχυτικό αλλά τελικά δευτερεύον. Λυπηρό, κυνικό, αλλά αληθές.
Είναι, δε, πιθανό η Τουρκία να μην αντιδράσει επιθετικά όπως έχει κάνει στο πρόσφατο παρελθόν επειδή θα επιδιώξει ανταλλάγματα στη νέα κατανομή ισχύος στην γεωπολιτική μας ζώνη, είτε αυτά θα έχουν να κάνουν με την επιστροφή τους στο πρόγραμμα των F35 (όπως γράφτηκε τις τελευταίες ημέρες σε τουρκικά ΜΜΕ), είτε με ενισχυμένο ρόλο στο “τόξο” από την Ουκρανία έως τη Συρία, είτε, τέλος, με μία αναβαθμισμένη σχέση με την ΕΕ και συμμετοχή της στην κοινή ευρωπαϊκή άμυνα.
Αλλά και για το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης, το διεθνές Δίκαιο (και αυτό της θάλασσας) μας αποδίδει σαφώς το δικαίωμα να προχωρήσει το έργο. Η Τουρκία, ωστόσο, είχε καταφέρει να το καθυστερήσει σημαντικά. Τώρα, ο πρωθυπουργός δεν επικαλείται μόνο τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα (για τα οποία ελάχιστοι θέλουν να ακούσουν), αλλά έσπευσε στο Ισραήλ για να συναντήσει το Νετανιάχου.
Αφενός γιατί το Ισραήλ έχει πολλαπλά οφέλη ως τερματικός σταθμός (και αμφίδρομα) της ηλεκτρικής διασύνδεσης και ενώνεται ουσιαστικά με την Ευρώπη, αφετέρου διότι γνωρίζει πως ο Ισραηλινός ομόλογός του μπορεί να πείσει ευκολότερα τον Τραμπ απ΄ ότι η Αθήνα. Έτσι ώστε οι ΗΠΑ να εγγυηθούν έμμεσα την υλοποίηση του έργου. Και σε αυτή την περίπτωση όλους τους τόμους του διεθνούς Δικαίου να έχεις με το μέρος σου, τα συμφέροντα είναι αυτά που επικαθορίζουν τις εξελίξεις. Λυπηρό, κυνικό αλλά αληθές…
Εν κατακλείδι όλα αυτά επιβεβαιώνουν την άποψη ότι σε μία νέα παγκόσμια γεωπολιτική και οικονομική τάξη πραγμάτων, η έννοια του διεθνούς Δικαίου και των συνθηκών ατονεί ραγδαία και δίνει τη θέση της στο “δίκαιο” της ισχύος που εκδηλώνεται από τις μεγάλες αναθεωρητικές δυνάμεις- από τις ΗΠΑ και την Κίνα, μέχρι την Ρωσία του Πούτιν και την Τουρκία του Ερντογάν. Πόσες Γροιλανδίες χρειάζονται για να πεισθούμε;
Κι αυτό είναι ένα επιπλέον σκληρό μάθημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική και υποδηλώνει την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης της στρατηγικής της χώρας σε αυτούς τους νέους συσχετισμούς.